1
Να διαβάσεις την παρακάτω ιστορία.
Ήταν που λέτε, μια φορά κι έναν καιρό, ένας πολύ πλούσιος κύριος. Πιο πλούσιος κι απ’ τον πλούσιο δισεκατομμυριούχο. Πιο πλούσιος κι απ τον Σκρούτζ Μακ Ντακ! Είχε ολόκληρες αποθήκες φορτωμένες νομίσματα, από το πάτωμα ως το ταβάνι κι απ’ το υπόγειο ως τη σοφίτα. Νομίσματα, χρυσά ασημένια, χάλκινα. Νομίσματα των πέντε, των δέκα, των πενήντα, των εκατό, των πεντακοσίων. Νομίσματα, παντού νομίσματα! Εκατοντάδες κιλά, τόνους από κάθε ποιότητα κι από κάθε χώρα. Κι είχε χιλιάδες σφραγισμένα μπαούλα γεμάτα χαρτονομίσματα. Αυτόν τον κύριο τον έλεγαν Πουκ.
Ο κύριος Πουκ αποφάσισε να φτιάξει ένα σπίτι. Τι σπίτι δηλαδή, ένα παλάτι. Ένα οικοδόμημα που όμοιό του δεν θα υπήρχε πουθενά στον κόσμο.
- Θα το χτίσω στην έρημο. Μακριά απ’ τους πάντες και τα πάντα. Δεν θέλω κανέναν να μ’ ενοχλεί. Στην έρημο! Να’ ναι όλη δική μου, είπε ο Πουκ στους υπηρέτες του.
- Μα… στην έρημο δεν υπάρχουν τούβλα για να χτίσει κανείς σπίτι, ούτε πέτρες, ούτε ασβέστης, ούτε ξύλα, ούτε μάρμαρα. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από άμμο. Σκέτη άμμος! είπαν οι υπηρέτες.
- Ακόμα καλύτερα. Θα φτιάξω ένα σπίτι από...χρήματα! Αντί για πέτρες, τούβλα, ξύλα ή μάρμαρα, θα χρησιμοποιήσω τα νομίσματά μου. Ακόμα και τα καρφιά που θα χρειαστούν θα είναι φτιαγμένα από λιωμένα νομίσματα! είπε ο κύριος Πουκ.
Ο καλύτερος αρχιτέκτονας έφτιαξε τα σχέδια. Οι καλύτεροι τεχνίτες του κόσμου ήταν έτοιμοι για δουλειά. Τρεισήμισι χιλιάδες νταλίκες που μετέφεραν στη μέση της ερήμου όλα τα απαραίτητα νομίσματα για να χτιστεί το σπίτι. Χρειάστηκαν τετρακόσιες σκηνές για να φιλοξενηθούν οι εργάτες. Αμέτρητοι εργάτες. Κι ύστερα ξεκίνησε η δουλειά. Έσκαψαν τα θεμέλια κι αντί για τσιμέντο, έριξαν ολόκληρα φορτηγά γεμάτα νομίσματα. Και για να φτιάξουν τους τοίχους, έστησαν σειρές από νομίσματα, το ένα πάνω στο άλλο. Ένα νόμισμα, λίγος ασβέστης κι άλλο ένα νόμισμα. Κι άλλο ένα νόμισμα, κι άλλο ένα νόμισμα. Μετά σειρά είχαν οι πόρτες. Κι αυτές φτιάχτηκαν από νομίσματα κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο. Και μετά τα παράθυρα. Όλα χωρίς τζάμια, κολλημένα γερά και επενδυμένα με σουηδικά και τούρκικα χαρτονομίσματα. Η στέγη, τα κεραμίδια, το τζάκι, όλα ήταν φτιαγμένα από κέρματα. Τα έπιπλα, οι μπανιέρες, οι βρύσες, τα χαλιά, τα σκαλοπάτια, τα κάγκελα, το κελάρι, τα μπάνια, τα μπαλκόνια όλα φτιαγμένα από νομίσματα. Από τους τοίχους κρέμονταν εκατοντάδες πολύτιμοι πίνακες. Μόνο που οι πίνακες αυτοί δεν είχαν ζωγραφιές. Είχαν νομίσματα κορνιζαρισμένα και οι κορνίζες τους ήταν φτιαγμένες από νομίσματα. Υπήρχαν και αγάλματα φτιαγμένα από μπρούτζινα και χάλκινα νομίσματα.
Μια μέρα το χτίσιμο τελείωσε! Επιτέλους! Έφυγαν, που λέτε, όλοι! Αρχιτέκτονες, εργολάβοι, εργάτες, φορτηγατζήδες. Ο κύριος Πουκ απέμεινε μόνος του στο απέραντο χτισμένο από νομίσματα σπίτι του. Όπου και να γύριζε το κεφάλι του, έβλεπε νομίσματα και πάλι νομίσματα..................................................................
Σκέψου μια συνέχεια της ιστορίας του κύριου Πουκ, τι έκανε στο νέο του παλάτι στην έρημο, πώς ένιωθε, μήπως συνέβη κάτι απροσδόκητο; Γράψε τη συνέχεια και το τέλος της ιστορίας στο τετράδιό σου. Τουλάχιστον δύο παραγράφους.
2
Να διαβάσεις την παρακάτω ιστορία.
Αυτή είναι η ιστορία ενός πολύ ηλικιωμένου άντρα. Πως τον έλεγαν; Δεν έχει και μεγάλη σημασία. Κάθε βράδυ, έπινε το ζεστό του τσαγάκι, διάβαζε το βιβλίο του κι ύστερα ξάπλωνε στο κρεβάτι του και περίμενε να τον πάρει ο ύπνος. Τις πιο πολλές νύχτες δυσκολευόταν. Μια νύχτα, σαν όλες τις άλλες, αλλά καθόλου σαν όλες τις άλλες… Εκεί που ξάπλωσε κι ένιωσε τον ύπνο να τον παίρνει γλυκά – γλυκά, άκουσε κάτι… Μια φωνή. Μια φωνή που έκλαιγε …Άναψε ταραγμένος το φως. Η φωνή αντηχούσε πεντακάθαρα στ’ αυτιά του.
- Παράξενο. Νομίζω ότι ακούω… λες να’ χει μπει κανείς στο σπίτι;
Σηκώθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ήταν πολύ δυσκίνητος αλλά η φωνή στ’ αυτιά του τον έκανε να βιαστεί. Φόρεσε την ρόμπα του και τις παντόφλες του, έκανε και ξανάκανε τον γύρο του μικρού του διαμερίσματος κι όταν άναψε όλα τα φώτα…
- Όχι. Δεν είναι κανείς. Ίσως ν’ ακούγεται απ’ τους γείτονες.
Ο ηλικιωμένος άντρας επέστρεψε στο κρεβάτι του. Ήταν τόσο μπερδεμένος! Τα μάτια του βάραιναν και να ‘τος πάλι ο ύπνος! Μα πριν προλάβει να τον πάρει, να σου πάλι κι η φωνή. Σηκώθηκε πάλι απ’ τα κρεβάτι του, φόρεσε το ζεστό παλτό του, γιατί έκανε κρύο, και βγήκε έξω στον δρόμο. Τίποτα. Ερημιά. Ψυχή δε φαινόταν, αλλά η φωνή συνέχιζε μέσα στ’ αυτιά του. Ακολουθώντας το κλάμα, ο ηλικιωμένος άντρας περπάτησε από δρόμο σε δρόμο κι από πλατεία σε πλατεία. Έκανε τον γύρο της πόλης και μόλις έφτασε στον τελευταίο δρόμο, στο τελευταίο σπίτι, κάτω από την εξώπορτα είδε έναν γεράκο και μια γριούλα να σιγοκλαίνε.
- Τι κάνετε εδώ; Είστε καλά; τους ρώτησε.
- Δεν έχουμε σπίτι. Βρήκαμε καταφύγιο εδώ. Κάνει πολύ κρύο απόψε, απάντησε η δύστυχη γριούλα.
Ο ηλικιωμένος κύριος τους είπε
- Ήθελα να σας πω, στο σπίτι μου υπάρχει καναπές και είναι και πιο ζεστά. Ελάτε, εμπρός. Και ξέρετε τι θα κάνουμε; Όταν φτάσουμε θα φάμε κι ένα καλό δείπνο.
Ο ηλικιωμένος κύριος και το άστεγο ζευγάρι επέστρεψαν μαζί σπίτι. Την επόμενη μέρα ο ηλικιωμένος κύριος τους πήγε στο νοσοκομείο, γιατί είχαν κρυώσει. Τους αποχαιρέτησε και γύρισε σπίτι. Είχε πια νυχτώσει. Τι περίεργη νύχτα ήταν αυτή! Τι παράξενο αυτό που είχε συμβεί! Ήταν πολύ κουρασμένος, έκανε να ξαπλώσει αλλά πριν προλάβει να ακουμπήσει στο μαξιλάρι του, να σου πάλι μια φωνή που έκλαιγε.
- Άντε πάλι! Δε χρειάζεται να κοιτάξω στο σπίτι. Δεν είναι κανείς εδώ. Δε χρειάζεται καν να προσπαθήσω να κοιμηθώ. Μ’ αυτή τη φωνή μέσα στ ‘αυτιά μου δεν πρόκειται να κλείσω μάτι. Καλύτερα να πάω να ρίξω μια ματιά.
Όπως και την προηγούμενη νύχτα, ο ηλικιωμένος άντρας βγήκε απ’ το σπίτι του, περπάτησε και ξαναπερπάτησε, ακολουθώντας τη φωνή που έκαιγε. Και που αυτή τη φορά, μάλλον ερχόταν από πολύ μακριά............................................
Σκέψου μια συνέχεια της ιστορίας του ηλικιωμένου κυρίου, Γράψε τη συνέχεια και το τέλος της ιστορίας στο τετράδιό σου. Τουλάχιστον δύο παραγράφους.